Μετάφραση του "Slope" σε Ελληνικά

Οι Κλίση, πλαγιά, πρανές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Slope" σε Ελληνικά.

Slope
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κλίση

    Slope of the regression line for each gear

    Κλίση της καμπύλης παλινδρόμησης για κάθε σχέση μετάδοσης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Slope " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

slope adjective verb noun adverb γραμματική

An area of ground that tends evenly upward or downward. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλαγιά

    noun feminine

    And beam the lights straight at that facing slope.

    Και ρίξε τα φώτα κατ'ευθείαν στην απέναντι πλαγιά.

  • πρανές

    The inclined surface of any part of the Earth's surface, as a hillslope; also, a broad part of a continent descending toward an ocean, as the Pacific slope.(Source: BJGEO)

    Laurila wants to surprise them on that slope.

    Ο Λαουρίλα θέλει να τους αιφνιδιάσουμε σ αυτό το πρανές.

  • κλιτύς

    feminine

    The inclined surface of any part of the Earth's surface, as a hillslope; also, a broad part of a continent descending toward an ocean, as the Pacific slope.(Source: BJGEO)

    By encouraging the flow of water, the slopes ensure perfect surface drainage.

    Οι κλιτύες, οι οποίες διευκολύνουν την απορροή των υδάτων, αποτελούν εγγύηση πλήρους επιφανειακής αποστράγγισης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εφαπτομένη
    • συντελεστής διεύθυνσης
    • κλίση
    • κλίνω
    • κατωφέρεια
    • γέρνω
    • παράπλαγο
    • κλίση συνάρτησης

Εικόνες με "Slope"

Φράσεις παρόμοιες με "Slope" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Slope" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη