Μετάφραση του "slowdown" σε Ελληνικά

Οι επιβράδυνση, ύφεση, κάμψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slowdown" σε Ελληνικά.

slowdown noun γραμματική

A reduction in speed, or a decrease in the level of production etc [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβράδυνση

    noun feminine

    This means allowing some effects of the slowdown on the deficit, but certainly not all.

    Αυτό σημαίνει ότι η επιβράδυνση επιτρέπεται να έχει κάποιες επιπτώσεις στο έλλειμμα αλλά, φυσικά, υπό προϋποθέσεις.

  • ύφεση

    noun

    Following a very good performance in 1997, the Estonian economy suffered a slowdown in 1998.

    Μετά τις πολύ καλές επιδόσεις κατά το 1997, η οικονομία της Εσθονίας γνώρισε ύφεση κατά το 1998.

  • κάμψη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slowdown " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "slowdown" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slowdown" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη