Μετάφραση του "small" σε Ελληνικά

Οι μικρός, νέος, πεζός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "small" σε Ελληνικά.

small adjective verb noun adverb γραμματική

Not large or big; insignificant; few in numbers or size. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μικρός

    adjective masculine

    not large [..]

    That's one small step for man, one giant leap for mankind.

    Ένα μικρό βήμα για ένα άνθρωπο, ένα βήμα γίγαντα για την ανθρωπότητα.

  • νέος

    noun masculine

    young

    In fact, it is another Chile written small.

    Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια νέα Χιλή με μικρότερες διαστάσεις.

  • πεζός

    adjective

    για γράμματα του αλφαβήτου

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μικροχαρά
    • μικρό
    • λίγος
    • κοντός
    • μικροπρεπής
    • απαλή
    • ελαφρύ
    • χαμηλή
    • μικρή
    • μικρόσ
    • μερικοί
    • μικροσκοπικός
    • αδύναμος
    • ολιγάριθμος
    • μικρούτσικος
    • μυγάκι
    • μυγίτσα
    • μυγούλα
    • ολιγομελής, -ής, -ές
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " small " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Small proper

A surname.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μικρός

    That's one small step for man, one giant leap for mankind.

    Ένα μικρό βήμα για ένα άνθρωπο, ένα βήμα γίγαντα για την ανθρωπότητα.

Εικόνες με "small"

Φράσεις παρόμοιες με "small" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "small" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη