Μετάφραση του "smallness" σε Ελληνικά
Το μικρότητα είναι η μετάφραση του "smallness" σε Ελληνικά.
smallness
noun
γραμματική
(uncountable) The state or quality of being small. [..]
-
μικρότητα
nounAnd soon, I was a small man that did small things.
Και σύντομα, ήμουν ένα ανθρωπάκι που έκανε μικρότητες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " smallness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "smallness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θερμίδα
-
Λεπτό έντερο · λεπτό έντερο
-
αδύναμος · απαλή · ελαφρύ · κοντός · λίγος · μερικοί · μικρή · μικροπρεπής · μικροσκοπικός · μικροχαρά · μικρούτσικος · μικρό · μικρός · μικρόσ · μυγάκι · μυγίτσα · μυγούλα · νέος · ολιγάριθμος · ολιγομελής, -ής, -ές · πεζός · χαμηλή
-
ζωάκι
-
Ομοαξονικό μικρού μεγέθους
-
Μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη