Μετάφραση του "soaring" σε Ελληνικά
Οι εκτόξευση, μεγάλος, ψηλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "soaring" σε Ελληνικά.
soaring
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of soar. Mounting on the wing; rising aloft; towering in thought or mind. [..]
-
εκτόξευση
feminineIt's about soaring, leaving the competition in the dust, which is exactly what this design can accomplish.
Αφορά την εκτόξευση, να τρώει ο ανταγωνισμός την σκόνη σου, ακριβώς αυτό που μπορεί να καταφέρει ο σχεδιασμός.
-
μεγάλος
adjective -
ψηλός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " soaring " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "soaring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανέρχομαι · κορυφώνομαι · πετώ ψηλά · πτήση · τινάζομαι στα ύψη · υψιπετώ · ύψος
-
Περιοχή ασφαλούς λειτουργίας
-
ανέρχομαι · κορυφώνομαι · πετώ ψηλά · πτήση · τινάζομαι στα ύψη · υψιπετώ · ύψος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη