Μετάφραση του "soiled" σε Ελληνικά

Οι λερωμένος, βρώμικος, ρυπαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "soiled" σε Ελληνικά.

soiled adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of soil. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λερωμένος

    adjective masculine

    dirty

    I've taken eight showers and I still feel soiled.

    Έκανα οχτώ ντους κι ακόμα νιώθω λερωμένος.

  • βρώμικος

    adjective masculine

    dirty

  • ρυπαρός

    masculine

    dirty

  • βρόμικος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " soiled " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "soiled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "soiled" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη