Μετάφραση του "soiled" σε Ελληνικά
Οι λερωμένος, βρώμικος, ρυπαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "soiled" σε Ελληνικά.
soiled
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of soil. [..]
-
λερωμένος
adjective masculinedirty
I've taken eight showers and I still feel soiled.
Έκανα οχτώ ντους κι ακόμα νιώθω λερωμένος.
-
βρώμικος
adjective masculinedirty
-
ρυπαρός
masculinedirty
-
βρόμικος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " soiled " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "soiled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόσφορο έδαφος
-
αλκαλικό έδαφος
-
εδαφολογική ανάλυση
-
λίπανση του εδάφους
-
Έδαφος
-
συντήρηση εδαφών
-
Εδαφομηχανική · εδαφομηχανική
-
νομοθεσία (νόμοι) περί συντήρησης των εδαφών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη