Μετάφραση του "soiling" σε Ελληνικά

Οι βρωμιά, λέρα, λέρωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "soiling" σε Ελληνικά.

soiling noun verb γραμματική

Present participle of soil. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρωμιά

    noun

    External surfaces soiled with grease, oil or mud are cleaned.

    Οι εξωτερικές επιφάνειες που έχουν ακαθαρσίες από λίπος, λάδι, ή βρωμιά, καθαρίζονται.

  • λέρα

    noun
  • λέρωμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " soiling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "soiling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "soiling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη