Μετάφραση του "soiling" σε Ελληνικά
Οι βρωμιά, λέρα, λέρωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "soiling" σε Ελληνικά.
soiling
noun
verb
γραμματική
Present participle of soil. [..]
-
βρωμιά
nounExternal surfaces soiled with grease, oil or mud are cleaned.
Οι εξωτερικές επιφάνειες που έχουν ακαθαρσίες από λίπος, λάδι, ή βρωμιά, καθαρίζονται.
-
λέρα
noun -
λέρωμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " soiling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "soiling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρόσφορο έδαφος
-
αλκαλικό έδαφος
-
εδαφολογική ανάλυση
-
λίπανση του εδάφους
-
Έδαφος
-
συντήρηση εδαφών
-
Εδαφομηχανική · εδαφομηχανική
-
νομοθεσία (νόμοι) περί συντήρησης των εδαφών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη