Μετάφραση του "solve" σε Ελληνικά

Οι λύνω, επιλύω, λύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "solve" σε Ελληνικά.

solve verb noun γραμματική

To find an answer or solution to a problem or question; to work out. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λύνω

    verb

    επιλύω

    I like solving mysteries.

    Μ' αρέσει να λύνω μυστήρια.

  • επιλύω

    verb

    The problem could be solved simply by replacing the word ‘shall ’by ‘may’.

    Το πρόβλημα θα μπορούσε να επιλυθεί με την ακόλουθη διατύπωση «μπορεί να απαγορευθεί η πρόσβαση».

  • λύω

    Verb

    It was easy for me to solve the problem.

    Ήταν εύκολο για μένα να λύσω το πρόβλημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξεδιαλύνω
    • εξιχνιάζω
    • διαλευκαίνω
    • κάνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " solve " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Solve
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επιλύω

    The problem could be solved simply by replacing the word ‘shall ’by ‘may’.

    Το πρόβλημα θα μπορούσε να επιλυθεί με την ακόλουθη διατύπωση «μπορεί να απαγορευθεί η πρόσβαση».

Εικόνες με "solve"

Φράσεις παρόμοιες με "solve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "solve" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη