Μετάφραση του "specialization" σε Ελληνικά

Οι εξειδίκευση, ειδίκευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "specialization" σε Ελληνικά.

specialization noun γραμματική

The process of specializing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξειδίκευση

    noun

    A specific focus areas which is a subset of the Microsoft Partner Program Competencies. [..]

    So far as distribution is concerned, the agreements envisage that production specialization will be combined with joint selling.

    Όσον αφορά τη διανομή, οι συμφωνίες προβλέπουν ότι η εξειδίκευση της παραγωγής θα συνδυαστεί με πώληση από κοινού.

  • ειδίκευση

    noun

    Excessively specialized further training courses could make the necessary change of field more difficult.

    Μία πολύ συγκεκριμένη ειδίκευση κατά την πρακτική άσκηση μπορεί να δυσχεράνει μία απαραίτητη αλλαγή στον τομέα δραστηριότητας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " specialization " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "specialization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "specialization" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη