Μετάφραση του "speculate" σε Ελληνικά

Οι πιθανολογώ, υποθέτω, εικάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "speculate" σε Ελληνικά.

speculate verb γραμματική

(intransitive) to think, meditate or reflect on a subject; to deliberate or cogitate [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιθανολογώ

    verb

    Well, I don't like to speculate about the outcomes until we know exactly what we're dealing with.

    Λοιπόν, δεν μου αρέσει να πιθανολογώ σχετικά με τα αποτελέσματα μέχρι να γνωρίζουμε ακριβώς τι έχουμε να αντιμετωπίζουμε.

  • υποθέτω

    verb

    A worker who, and I'm just speculating here, may have some experience with nail guns.

    Έναν εργάτη που, απλά υποθέτω, ίσως έχει εμπειρία στα καρφωτικά πιστόλια.

  • εικάζω

    verb

    No, but these past few days I've been speculating.

    Όχι, αλλά έτσι εικάζω αυτές τις μέρες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναρωτιέμαι
    • θεωρώ
    • σκέπτομαι
    • εικαζω,σκεφτομαι
    • φαντάζομαι
    • διαλογίζομαι
    • συλλογίζομαι
    • θεωρητικολογώ
    • κερδοσκοπώ
    • στοχάζομαι
    • διατυπώνω θεωρίες
    • διατυπώνω υποθέσεις
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " speculate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "speculate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες σχετικά με...
  • οικοδομική κερδοσκοπία
  • υποθέτω
  • κερδοσκόπος
  • κερδοσκοπικά κεφάλαια
  • αναπόδεικτος · θεωρητικός · υποθετικός
  • Κερδοσκοπία · αισχροκέρδεια · διαλογισμός · εικασία · εικασίες · θεωρία · θεωρητικολογία · κερδοσκοπία · μελέτη · πιθανολογίες · πιθανολόγημα · προβληματισμός · σενάριο · σκέψη
  • κερδοσκοπώντας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "speculate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη