Μετάφραση του "speculating" σε Ελληνικά
Το κερδοσκοπώντας είναι η μετάφραση του "speculating" σε Ελληνικά.
speculating
verb
Present participle of speculate. [..]
-
κερδοσκοπώντας
This infrastructure is useful for capital, and it involves simultaneous privatisation, which is tantamount to speculation.
Δηλαδή υποδομές χρήσιμες για το κεφάλαιο, με ταυτόχρονη ιδιωτικοποίηση, κερδοσκοπώντας έτσι και με αυτή τη μορφή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " speculating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "speculating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες σχετικά με...
-
οικοδομική κερδοσκοπία
-
αναρωτιέμαι · διαλογίζομαι · διατυπώνω θεωρίες · διατυπώνω υποθέσεις · εικάζω · εικαζω,σκεφτομαι · θεωρητικολογώ · θεωρώ · κερδοσκοπώ · πιθανολογώ · σκέπτομαι · στοχάζομαι · συλλογίζομαι · υποθέτω · φαντάζομαι
-
υποθέτω
-
κερδοσκόπος
-
κερδοσκοπικά κεφάλαια
-
αναπόδεικτος · θεωρητικός · υποθετικός
-
Κερδοσκοπία · αισχροκέρδεια · διαλογισμός · εικασία · εικασίες · θεωρία · θεωρητικολογία · κερδοσκοπία · μελέτη · πιθανολογίες · πιθανολόγημα · προβληματισμός · σενάριο · σκέψη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη