Μετάφραση του "splint" σε Ελληνικά
Οι νάρθηκας, πελεκούδι, σχίζα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "splint" σε Ελληνικά.
splint
verb
noun
γραμματική
A narrow strip of wood split or peeled off of a larger piece. [..]
-
νάρθηκας
noun masculineνάρθηκας (ιατρική)
He gave me the finger, he had it in a splint for a month.
Με σπρώχνει με το δάχτυλο, καί μετά είχε νάρθηκα για ένα μήνα.
-
πελεκούδι
noun -
σχίζα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " splint " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "splint"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη