Μετάφραση του "spring-loaded" σε Ελληνικά

Το ελεγχόμενος από ελατήριο είναι η μετάφραση του "spring-loaded" σε Ελληνικά.

spring-loaded adjective γραμματική

Of a mechanical device, containing a spring that holds a component in a particular position. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεγχόμενος από ελατήριο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " spring-loaded " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "spring-loaded" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη