Μετάφραση του "springiness" σε Ελληνικά
Το ελαστικότητα είναι η μετάφραση του "springiness" σε Ελληνικά.
springiness
noun
γραμματική
The property of being springy. [..]
-
ελαστικότητα
noun feminineIt is typified by its softness, strength and springiness and insulating qualities.
Ο τύπος του προσδιορίζεται από την μαλακή υφή, την ανθεκτικότητα και την ελαστικότητα, καθώς και τις μονωτικές ιδιότητες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " springiness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "springiness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελαστικός · μαλακός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη