Μετάφραση του "squint" σε Ελληνικά
Οι αλληθωρίζω, αλλήθωρος, λοξοκοιτάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "squint" σε Ελληνικά.
squint
verb
noun
adjective
γραμματική
(intransitive) To look with the eyes partly closed, as in bright sunlight, or as a threatening expression [..]
-
αλληθωρίζω
verbto look with, or have eyes that are turned in different directions
If I squint I sometimes see their wings.
όταν αλληθωρίζω καμιά φορά βλέπω τα φτερά τους.
-
αλλήθωρος
adjectiveThe skipper and that squint-eyed galley rat are planning to double-cross us.
Ο καπετάνιος κι ο αλλήθωρος ποντικός, σχεδιάζουν να μας προδώσουν.
-
λοξοκοιτάζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στραβισμός
- στραβίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " squint " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "squint"
Φράσεις παρόμοιες με "squint" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλλήθωρος
-
αλλήθωρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη