Μετάφραση του "squire" σε Ελληνικά
Οι άρχοντας, ιπποκόμος, Αρχοντας, γαιοκτημονας, ιπποκομος, ευγενης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "squire" σε Ελληνικά.
squire
verb
noun
γραμματική
A shield-bearer or armor-bearer who attended a knight. [..]
-
άρχοντας
nounThe man was a castle squire who disappeared a few days ago.
Ο άντρας ήταν άρχοντας του κάστρου που εξαφανίστηκε πριν λίγες μέρες.
-
ιπποκόμος
-
Αρχοντας, γαιοκτημονας, ιπποκομος, ευγενης
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γαιοκτήμονας
- συνοδός
- υπηρέτης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " squire " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη