Μετάφραση του "stake" σε Ελληνικά

Οι πάσσαλος, παλούκι, διακύβευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stake" σε Ελληνικά.

stake verb noun γραμματική

A piece of wood or other material, usually long and slender, pointed at one end so as to be easily driven into the ground as a support or stay; as, a stake to support vines, fences, hedges, etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάσσαλος

    noun neuter

    piece of wood

    Here's our claim stake sticking right up here in front of you.

    Αυτός είναι ο πάσσαλος της αξίωσής μας μπροστά σας.

  • παλούκι

    noun masculine neuter

    piece of wood

    I'd very much like to borrow your stake.

    Θα ήθελα πολύ να δανειστώ το παλούκι σου.

  • διακύβευμα

    noun

    Nothing's reckless if the stakes are high enough.

    Τίποτα, δεν είναι ριψοκίνδυνο όταν το διακύβευμα είναι αρκετά υψηλό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στοίχημα
    • διακυβεύω
    • μερίδιο
    • στοιχηματίζω
    • μέρισμα
    • συμφέρον
    • αμόνι
    • παίζω κορόνα γράμματα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stake " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stake"

Φράσεις παρόμοιες με "stake" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διακυβεύονται πολλά · είναι πολλά τα λεφτά · παίζονται πολλά
  • ποντάρω
  • πυρά · στον διά πυράς θάνατο
  • ξύλο βασανισμού · πάσσαλος βασανισμού
  • κόβω το κεφάλι μου
  • μεγάλου ρίσκου · παράτολμος
  • Ιπποδρομία τού Μπέλμοντ
  • επικίνδυνο παιχνίδι · μεγάλα στοιχήματα · μεγάλο ρίσκο · μεγάλοι κίνδυνοι · παίζονται πολλά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stake" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη