Μετάφραση του "stem" σε Ελληνικά
Οι μίσχος, κοτσάνι, θέμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stem" σε Ελληνικά.
A slender supporting member of an individual part of a plant such as a flower or a leaf; also, by analogue the shaft of a feather. [..]
-
μίσχος
noun masculinebotany: above-ground stalk of a vascular plant
Their growing tips circle like lassoes, searching out anchors for their spindly stems.
Αναπτύσσουν άκρες κυκλικά σαν λάσο, ψάχνοντας για άγκυρες για τους μακριούς και λεπτούς μίσχους τους.
-
κοτσάνι
noun neuterslender supporting member for an individual part of a plant
We found the stem of a bunch of grapes under his bed.
Βρήκαμε το κοτσάνι, από ένα τσαμπί σταφύλια, κάτω από το κρεβάτι του.
-
θέμα
noun neuterlinguistics: main part of a word [..]
We believe our issues stem from the cloning procedure.
Πιστεύουμε ότι τα θέματα μας πηγάζουν από τη διαδικασία της κλωνοποίησης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σταματώ
- βλαστός
- προέρχομαι
- στέλεχος
- πηγάζω
- ανακόπτω
- κορμός
- ρίζα
- αναχαιτίζω
- βάση
- πλώρη
- αντικρούω
- θέτω φραγμό, -ούς
- μαρκούτσι ναργιλέ
- μύτη
- στείρα
- σωλήνας τσιμπουκιού
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stem " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Acronym of [i]scanning transmission electron microscope[/i]. [..]
"STEM" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το STEM στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "stem"
Φράσεις παρόμοιες με "stem" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκεφαλικό στέλεγχος · εγκεφαλικό στέλεχος
-
φιντανάκι
-
ανακόπτω τη διακίνηση · περιορίζω τη ροή
-
ανακόπτω το κύμα · αναχαιτίζω το κύμα · βάζω φρένο · θέτω φραγμό, -ούς
-
αποκοπή καταλήξεων
-
θέμα · ρίζα
-
περιορίζω
-
Επιστήμη, τεχνολογία, μηχανική και μαθηματικά