Μετάφραση του "stem cell" σε Ελληνικά

Οι βλαστοκύτταρο, στελεχιαίο κύτταρο, Βλαστοκύτταρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stem cell" σε Ελληνικά.

stem cell noun γραμματική

(medicine, cytology) A primal undifferentiated cell from which a variety of other cells can develop through the process of cellular differentiation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλαστοκύτταρο

    noun neuter

    primal undifferentiated cell

    If the stem cell were to divide and grow, wouldn't it turn into a baby?

    Αν ένα βλαστοκύτταρο διαιρούταν και αναπτυσσόταν, δε θα εξελισσόταν σε μωρό;

  • στελεχιαίο κύτταρο

    Βλαστοκύτταρο είναι το blast cell, πιο διαφοροποιημένο από το stem cell

  • Βλαστοκύτταρο

    undifferentiated biological cells that can differentiate into specialized cells

    If the stem cell were to divide and grow, wouldn't it turn into a baby?

    Αν ένα βλαστοκύτταρο διαιρούταν και αναπτυσσόταν, δε θα εξελισσόταν σε μωρό;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stem cell " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stem cell" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη