Μετάφραση του "stenographer" σε Ελληνικά

Το στενογράφος είναι η μετάφραση του "stenographer" σε Ελληνικά.

stenographer noun γραμματική

someone skilled in the transcription of speech (for example, a secretary who takes dictation) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενογράφος

    noun common m;f masculine;feminine

    someone skilled in the transcription of speech [..]

    She was the court stenographer for Cruz's arraignment.

    Ήταν η στενογράφος του δικαστηρίου από την κλήτευση του Κρουζ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stenographer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stenographer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stenographer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη