Μετάφραση του "stimulant" σε Ελληνικά

Οι διεγερτικό, τονωτικό, ερέθισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stimulant" σε Ελληνικά.

stimulant adjective noun γραμματική

A substance that acts to increase physiological or nervous activity in the body. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διεγερτικό

    Yes, well, advanced literature can be extremely stimulating to the young mind.

    Ναι, λοιπόν, Η προχωρημένη λογοτεχνία θα ήταν εξαιρετικά διεγερτικό για ένα νεαρό μυαλό.

  • τονωτικό

    noun neuter

    Caffeine pills, energy drinks, pretty much every legal stimulant you can buy.

    Χάπια καφεΐνης, ενεργειακά ποτά, πάνω κάτω κάθε νόμιμο τονωτικό που υπάρχει.

  • ερέθισμα

    noun

    One more stimulant, I would have had full release.

    Άλλο ένα ερέθισμα, και θα μπορούσα να ολοκλήρωνα.

  • διεγερτικός

    Abdominal pain and distension means we were wrong about stimulant psychosis.

    Ο κοιλιακός πόνος και η διόγκωση σημαίνουν ότι κάναμε λάθος για την ψύχωση από διεγερτικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stimulant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stimulant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stimulant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη