Μετάφραση του "stimulating" σε Ελληνικά
Το διεγερτικός είναι η μετάφραση του "stimulating" σε Ελληνικά.
stimulating
adjective
verb
γραμματική
Having a manner that stimulates. [..]
-
διεγερτικός
Abdominal pain and distension means we were wrong about stimulant psychosis.
Ο κοιλιακός πόνος και η διόγκωση σημαίνουν ότι κάναμε λάθος για την ψύχωση από διεγερτικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stimulating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "stimulating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υποκινημένος
-
Ενίσχυση ραδιοσήματος με εξαναγκασμένη εκπομπή ακτινοβολίας
-
αφυπνίζω · γαλβανίζω · δίνω το έναυσμα · διεγείρω · δραστηριοποιώ · ενεργοποιώ · ενθαρρύνω · ενθουσιάζω · εξεγείρω · ερεθίζω · ζωηρεύω · κινώ · παρέχω κίνητρα · παρακινώ · παροτρύνω · προκαλώ · προωθώ · τονώνω
-
διεγερτικό · διεγερτικός · ερέθισμα · τονωτικό
-
Ενίσχυση φωτός με εξαναγκασμένη εκπομπή ακτινοβολίας, Λέιζερ · λέιζερ
-
δραστηριοποιώ
-
εξαναγκασμένη εκπομπή
-
Μικροκυματική ενίσχυση με εξαναγκασμένη εκπομπή ακτινοβολίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη