Μετάφραση του "streetwalker" σε Ελληνικά

Οι καλντεριμιτζού, γυναίκα του πεζοδρομίου, περπατάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "streetwalker" σε Ελληνικά.

streetwalker noun γραμματική

(now rare) Someone walking in the street; an average citizen. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλντεριμιτζού

    noun feminine
  • γυναίκα του πεζοδρομίου

  • περπατάρης

  • πόρνη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " streetwalker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "streetwalker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη