Μετάφραση του "stretching" σε Ελληνικά

Οι εκτεινόμενος, άπλωμα, τάση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stretching" σε Ελληνικά.

stretching verb noun γραμματική

A form of physical exercise in which a specific skeletal muscle (or muscle group) is deliberately elongated to its fullest length in order to improve the muscle's felt elasticity and reaffirm comfortable muscle tone. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκτεινόμενος

    particle
  • άπλωμα

    noun
  • τάση

    noun
  • τέντωμα

    noun

    A deep inhalation of oxygen to aid in the stretching of muscles.

    Μια βαθιά εισπνοή οξυγόνου να βοηθήσει στο τέντωμα των μυών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stretching " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stretching"

Φράσεις παρόμοιες με "stretching" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δένω · καυλώνω · τεντώνω
  • απλώνω · εξάπλωση, τέντωμα · ξετυλίγω · σηκώνω το κεφάλι
  • oύτε κατά διάνοια, επ' ουδενί, σε καμία περίπτωση, από κάθε άποψη · με τίποτα
  • έκταση · έκτιση ποινής κάθειρξης · έλαση · ανακλαδίζομαι · ανακλαδίζω · ανοίγω · απλώνομαι · απλώνω · απλώνω -ομαι · διάδρομος · διάστημα · διαδρομή · διασκορπίζω · διατείνω · εκτείνομαι · εκτείνω · επέκταση · επεκτείνομαι · επεκτείνω · επιμηκύνω · ευθεία · ζορίζω · λογικό άλμα · ξετυλίγω · παρατείνω, -ομαι · πετώ κπ το κανναβάτσο · ρίχνω κπ στο κανναβάτσο · στέλνω κπ στο κανναβάτσο · συνεχής περίοδος · τέντωμα · τανύομαι · τείνω · τεντώνομαι · τεντώνω · τραβώ · τσιτώνω · υπέρβαση · υπερβολή · ψηλολέλεκας
  • απλώνομαι · εκτείνομαι
  • στην τελική ευθεία
  • κάνω μια εξαίρεση, υποχώρηση
  • στην τελική ευθεία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stretching" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη