Μετάφραση του "strew" σε Ελληνικά
Οι σκορπίζω, διασπείρω, διασκορπίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strew" σε Ελληνικά.
strew
verb
γραμματική
To distribute objects or pieces of something over an area, especially in a random manner. [..]
-
σκορπίζω
verb -
διασπείρω
verbThe word rausis (‘pie’) is derived from the verb raust (‘to rake over or strew’).
Η λέξη rausis προέρχεται από το ρήμα raust («διασπείρω, επιστρώνω»).
-
διασκορπίζω
-
επιπάσσω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " strew " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη