Μετάφραση του "stringency" σε Ελληνικά

Οι αυστηρότητα, έλλειψη, ανεπάρκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stringency" σε Ελληνικά.

stringency noun γραμματική

A rigorous imposition of standards [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυστηρότητα

    noun masculine

    Therefore, the stringency of the requirements on motorcycle emissions will not diminish.

    Ως εκ τούτου, η αυστηρότητα των απαιτήσεων για τις εκπομπές των μοτοσικλετών δεν θα ατονήσει.

  • έλλειψη

    noun feminine
  • ανεπάρκεια

    noun
  • στενότητα

    noun

    Prevent financial stringency leading to a low priority for maintenance

    Η πρόληψη της οικονομικής στενότητας που οδηγεί σε μικρή προτεραιότητα για τη συντήρηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stringency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stringency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη