Μετάφραση του "stringent" σε Ελληνικά
Το αυστηρός είναι η μετάφραση του "stringent" σε Ελληνικά.
stringent
adjective
γραμματική
Strict; binding strongly; making strict requirements; restrictive; rigid; severe [..]
-
αυστηρός
adjective masculineIn this European context, more stringent liability is not feasible for manufacturers.
Ένας τέτοιος αυστηρός ορισμός της αστικής ευθύνης είναι, δεδομένης της σημερινής συγκυρίας στην Ευρώπη, απαγορευτικός για τους παραγωγούς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stringent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη