Μετάφραση του "stripling" σε Ελληνικά
Οι έφηβος, νεανίσκος, νεαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stripling" σε Ελληνικά.
stripling
noun
γραμματική
(archaic) A youth in the state of adolescence, or just passing from boyhood to manhood; a lad. [..]
-
έφηβος
noun masculine -
νεανίσκος
noun -
νεαρός
adjective masculineBut look —a mere stripling youth appears on the scene!
Αλλά κοιτάξτε—βγαίνει στο προσκήνιο κάποιος που δεν είναι παρά ένας νεαρός!
-
νεανίας
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stripling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη