Μετάφραση του "strong" σε Ελληνικά
Οι δυνατός, ισχυρός, ακμαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strong" σε Ελληνικά.
strong
adjective
adverb
γραμματική
capable of producing great physical force. [..]
-
δυνατός
adjective masculineμε μεγάλη σωματική δύναμη
He is strong, brave and, above all, kind.
Είναι δυνατός, γενναίος και, προπαντός, ευγενικός.
-
ισχυρός
adjectiveThat was not what the Emperor desired when he was well and strong.
Αυτό δεν ήταν ότι ο Αυτοκράτορας επιθυμούσε όταν ήταν καλά και ισχυρός.
-
ακμαίος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γερός
- ρωμαλέος
- δραστικός
- αθλητικός
- έντονος
- μεγάλος
- σοβαρός
- σθεναρός
- αυστηρός
- σκληρός
- δυναμικός
- σφοδρός
- βαρύς
- ανθεκτική
- δριμύς
- ζωηρός
- κραταιός
- ένθερμος
- εύρωστος
- θαρραλέος
- ανθηρός
- άτεγκτος
- απαραβίαστος
- δύναμη [+αριθ.] ανδρών
- που αντέχει σε
- υψηλός, -ή, -ό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " strong " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Strong
proper
A surname.
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Strong" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Strong στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "strong" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διατηρούμαι ακμαίος · ζω και βασιλεύω · καλά κρατεί · κι ακόμα περπατάει · παραμένω γερός · προχωράω ακόμα (ακάθεκτος) · συνεχίζω να ακμάζω
-
απερίφραστη καταδίκη · δριμύ κατηγορώ · δριμύτατη καταδίκη · καταπέλτης
-
επηρεάζω καθοριστικά
-
ισχυρή πυρηνική αλληλεπίδραση
-
ισχυρό όνομα
-
μεγάλη πιθανότητα · μια δυνατή ευκαιρία
-
έντονη επιθυμία · δυνατή παρόρμηση · ισχυρή τάση · ορμέμφυτη επιθυμία
-
παίρνω ύφος · τη βγαίνω απότομα · την πέφτω άγρια · το παίζω ζόρικος · φέρομαι άτσαλα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη