Μετάφραση του "study" σε Ελληνικά

Οι μελετώ, σπουδάζω, μελέτη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "study" σε Ελληνικά.

study Verb verb noun γραμματική

(usually academic) To revise materials already learned in order to make sure one does not forget them, usually in preparation for an examination. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μελετώ

    verb

    to revise/review materials

    I like to study languages.

    Μ' αρέσει να μελετώ γλώσσες.

  • σπουδάζω

    verb

    to revise/review materials

    My decision to study abroad surprised my parents.

    Η απόφασή μου να σπουδάσω στο εξωτερικό εξέπληξε τους γονείς μου.

  • μελέτη

    noun feminine

    branch of learning or object that is being studied [..]

    I like to study English.

    Μ' αρέσει να μελετάω Αγγλικά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάβασμα
    • σπουδή
    • φοιτώ
    • μελετάω
    • αναγνωστήριο
    • μαθαίνω
    • εκμάθηση
    • εξετάζω
    • έκθεση
    • μελετητήριο
    • απομνημόνευση ρόλου
    • γραφείο
    • διατριβή
    • μελέτη ρόλου
    • πόνημα
    • σπουδές
    • εργασία
    • έργο
    • φοίτηση
    • αναλύω
    • κλάδος
    • απασχόληση
    • σκέπτομαι
    • επάγγελμα
    • σκέφτομαι
    • σχήμα
    • σκέψη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " study " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Study
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μελέτη

    I like to study English.

    Μ' αρέσει να μελετάω Αγγλικά.

Εικόνες με "study"

Φράσεις παρόμοιες με "study" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "study" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη