Μετάφραση του "subsequently" σε Ελληνικά
Οι ακολούθως, μετά, έπειτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "subsequently" σε Ελληνικά.
Following, afterwards in either time or place. [..]
-
ακολούθως
adverbsubsequently
The Office may subsequently decide no longer to deal with them in that way.
Το Γραφείο δύναται ακολούθως να αποφασίσει την παύση της από κοινού εξέτασης των εν λόγω αιτήσεων.
-
μετά
adverbThey were also granted a period to make representations subsequent to this disclosure.
Τους δόθηκε επίσης προθεσμία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους μετά την εν λόγω κοινοποίηση.
-
έπειτα
adverbThose procedures apply subsequently to a rapid exchange of information on products presenting a serious risk.
Οι διαδικασίες αυτές εφαρμόζονται έπειτα από την ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών για τα προϊόντα που εγκυμονούν σοβαρό κίνδυνο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Εν συνεχεία
- κατά συνέπεια
- συνεπώς
- ύστερα
- μεταγενέστερα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " subsequently " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Subsequently" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Subsequently στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "subsequently" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακολουθία · διαδοχή · συνέπεια · συνέχεια
-
διαλυτική αίρεση
-
μεταγενέστερη αναθεώρηση
-
ακόλουθος · διαδεχόμενος · εξής · επακόλουθος · επόμενος · επόμενος, μεταγενέστερος · κατοπινός · μεταγενέστερος · ύστερος
-
μεταγενέστερη εντολή (διαταγή)
-
ακόλουθος · διαδεχόμενος · εξής · επακόλουθος · επόμενος · επόμενος, μεταγενέστερος · κατοπινός · μεταγενέστερος · ύστερος