Μετάφραση του "subsequent" σε Ελληνικά
Οι μεταγενέστερος, επόμενος, επακόλουθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "subsequent" σε Ελληνικά.
Following in time; coming or being after something else at any time, indefinitely. [..]
-
μεταγενέστερος
adjective masculinefollowing in time
However, data published subsequently had shown that study to be inconclusive on that matter.
Εντούτοις, στοιχεία που δημοσιεύτηκαν μεταγενέστερα απέδειξαν ότι η μέλετη αυτή δεν ήταν πειστική ως προς το σημείο αυτό.
-
επόμενος
adjective masculineThe subsequent registrant is expected to pay an equal share of the costs incurred.
Ο επόμενος καταχωρίζων θα πρέπει να καταβάλλει ίσο μερίδιο του κόστους.
-
επακόλουθος
adjective masculinefollowing in order of place
The study included a gap-analysis that was at the basis of subsequent testing of research hypotheses.
Η μελέτη περιλάμβανε μια ανάλυση των κενών, πάνω στην οποία βασίστηκε ο επακόλουθος έλεγχος των υποθέσεων έρευνας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ακόλουθος
- ύστερος
- εξής
- διαδεχόμενος
- κατοπινός
- επόμενος, μεταγενέστερος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " subsequent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Subsequent" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Subsequent στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "subsequent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακολουθία · διαδοχή · συνέπεια · συνέχεια
-
διαλυτική αίρεση
-
μεταγενέστερη αναθεώρηση
-
Εν συνεχεία · έπειτα · ακολούθως · κατά συνέπεια · μετά · μεταγενέστερα · συνεπώς · ύστερα
-
μεταγενέστερη εντολή (διαταγή)