Μετάφραση του "subservient" σε Ελληνικά

Οι δουλικός, δουλοπρεπής, οργανικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "subservient" σε Ελληνικά.

subservient adjective γραμματική

Useful in an inferior capacity. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλικός

    adjective

    In every relationship between human beings, one is dominant and one is subservient.

    Σε κάθε σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους, ο ένας είναι κυρίαρχος και ο άλλος δουλικός.

  • δουλοπρεπής

    adjective

    A subservient aid to do its bidding, like some genie in a lamp.

    Mια δουλοπρεπής βοήθεια για να την προστάζουν, σαν ένα τζίνι σε λυχνάρι.

  • οργανικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " subservient " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "subservient" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δουλικότητα · δουλοπρέπεια · υποταγή
  • δουλικότητα · δουλοπρέπεια · υποταγή
  • δουλικότητα · δουλοπρέπεια · υποταγή
  • δουλικότητα · δουλοπρέπεια · υποταγή
  • δουλικότητα · δουλοπρέπεια · υποταγή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "subservient" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη