Μετάφραση του "suffering" σε Ελληνικά
Οι βάσανο, ταλαιπωρία, πάθη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suffering" σε Ελληνικά.
suffering
noun
adjective
verb
γραμματική
Experiencing pain. syn. [..]
-
βάσανο
noun neutercondition
No, less than an inch, which implies the need to inflict pain and suffering.
Λιγότερο από δυόμιση εκτοστά, το οποίο υπαινίσσεται την ανάγκη, να προκληθεί πόνος και βάσανο.
-
ταλαιπωρία
nounThe suffering you endured left no bitterness in you.
Η ταλαιπωρία που υπέστηκες δεν άφησε καμιά πικρία μέσα σου.
-
πάθη
noun neuterWhitney was permitted to see the Savior’s suffering in a vision.
Ουίτνυ επετράπη να δει τα πάθη του Σωτήρος σε όραμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τάλας
- πάθημα
- βάσανα
- πόνος
- ταλαιπωρίες
- δεινό
- δοκιμασία
- δοκιμασίες
- συμφορά
- δοκιμαζόμενος
- στενοχώρια
- ταλαίπωρος
- δυστυχώντας
- παθήματα
- χειμαζόμενος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " suffering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "suffering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χειμάζομαι από
-
κατά παραχώρηση [+Γεν.] · με τη συγκατάβαση [+Γεν.] · με την ανοχή [+Γεν.]
-
έχω · ανέχομαι · αναξιοπαθώ · βασανίζομαι · δέχομαι · δεινοπαθώ · εγκαρτερώ · επιτρέπω · ζω · νοσώ · πάσχω · παθαίνω · πονάω · πονώ · υπομένω · υποφέρω · υφίσταμαι
-
κατά παραχώρηση · καταχρηστικά · με συγκατάβαση · συγκαταβατικά
-
ανεκτικότητα · ανοχή · υπομονή
-
υποφερτός
-
πάσχω, πασχων
-
δέχομαι πλήγμα · υφίσταμαι πλήγμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη