Μετάφραση του "sufficiency" σε Ελληνικά

Οι επάρκεια, ικανότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sufficiency" σε Ελληνικά.

sufficiency noun γραμματική

Quality or condition of being sufficient. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επάρκεια

    noun feminine

    the quality or condition of being sufficient

    Many speakers mentioned antivirals and the sufficiency of stocks.

    Πολλοί ομιλητές ανέφεραν τα αντιιικά και την επάρκεια των αποθεμάτων.

  • ικανότητα

    noun feminine

    As a result, consumer creditworthiness is not always assessed in sufficient detail.

    Ως εκ τούτου, η πιστοληπτική ικανότητα των καταναλωτών δεν εκτιμάται πάντα με επαρκείς λεπτομέρειες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sufficiency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sufficiency" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sufficiency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη