Μετάφραση του "suitable" σε Ελληνικά
Οι κατάλληλος, εύθετος, αρμόδιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suitable" σε Ελληνικά.
suitable
adjective
γραμματική
Having sufficient or the required properties for a certain purpose or task; appropriate to a certain occasion. [..]
-
κατάλληλος
adjective masculineappropriate to a certain occasion
We must select a suitable person for any post.
Θα πρέπει να επιλέξουμε το κατάλληλο πρόσωπο για κάθε θέση.
-
εύθετος
adjective -
αρμόδιος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνετός
- φρόνιμος
- σοφός
- αρμόζων
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " suitable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "suitable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιτηδειότητα · καταλληλότητα · το αρμόζων
-
καταλλήλως · ταιριαστά
-
συμβατός δωρητής
-
κατάλληλη τοποθεσία
-
συμβατός δότης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη