Μετάφραση του "supposal" σε Ελληνικά
Το υπόθεση είναι η μετάφραση του "supposal" σε Ελληνικά.
supposal
noun
γραμματική
The act of supposing. [..]
-
υπόθεση
noun feminineIt suggests that the budget is not admissible on the basis of the supposed inadmissibility of an amendment.
Πραγματικά, επικαλείται το απαράδεκτο του προϋπολογισμού με βάση την υπόθεση του απαράδεκτου μίας τροπολογίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " supposal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "supposal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άντε και [+ρήμα] · αν, φερ' ειπείν, · ας υποθέσουμε ότι · εικάζω · νομίζω · προϋποθέτω · σκέψου ότι · υποθέτω · φαντάζομαι
-
ας πούμε ότι
-
τι υπαινίσσεσαι;
-
όπως πρέπει
-
κάνει τη δουλειά του
-
"λέμε τώρα'
-
υποθέτω
-
δεν ήταν στο σχέδιο να · κακώς · κανονικά δεν έπρεπε να · υποτίθεται ότι δεν είναι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη