Μετάφραση του "supposal" σε Ελληνικά

Το υπόθεση είναι η μετάφραση του "supposal" σε Ελληνικά.

supposal noun γραμματική

The act of supposing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπόθεση

    noun feminine

    It suggests that the budget is not admissible on the basis of the supposed inadmissibility of an amendment.

    Πραγματικά, επικαλείται το απαράδεκτο του προϋπολογισμού με βάση την υπόθεση του απαράδεκτου μίας τροπολογίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " supposal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "supposal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "supposal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη