Μετάφραση του "surrounded" σε Ελληνικά

Οι περιβεβλημένος, περικυκλωμένος, περιστοιχισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surrounded" σε Ελληνικά.

surrounded adjective verb

Simple past tense and past participle of surround . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιβεβλημένος

    You are affected by the atmosphere, by the personalities that surround you.

    Επηρεάζεστε από την ατμόσφαιρα, από τις προσωπικότητες που σας περιβάλλουν.

  • περικυκλωμένος

    I lived all my life, Gwymplaine, surrounded by children.

    Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή, Γκουίνπλεϊν, περικυκλωμένος από παιδιά.

  • περιστοιχισμένος

    With all the experts, surrounded by experts, I'm losing her!

    Τόσοι πολλοί ειδικοί, περιστοιχισμένος απο ειδικούς, και την χάνω!

  • που βρίσκεται εν μέσω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " surrounded " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "surrounded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • περικλείω
  • περιβάλλον · περιβάλλω · περικλείω · περικυκλώνω · περιστοιχίζω · πλαισιώνω · πολιορκώ · υπερκαλύπτω
  • περιβάλλων ήχος
  • περιβάλλομαι από · περικυκλώνομαι από · πλαισιώνομαι από
  • περίχωρα · περιβάλλον
  • γειτονικός · ο γύρω · περιβάλλων · τριγύρω
  • Αριστερά, κέντρο, δεξιά, περιφερειακό
  • αναπαράσταση περιφερειακού ήχου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "surrounded" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη