Μετάφραση του "surveil" σε Ελληνικά

Οι παρακολουθώ, επιτηρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surveil" σε Ελληνικά.

surveil verb γραμματική

(transitive, nonstandard) To keep someone under surveillance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρακολουθώ

    verb

    Yeah, but we already knew she was surveilling Britta.

    Ναι, αλλά το ξέραμε ήδη πως παρακολουθεί την Μπρίτα.

  • επιτηρώ

    verb

    Look, most of what I do is nighttime surveillance... you know, hang back and keep an eye out

    Κυρίως κάνω ολονύχτιες παρακολουθήσεις... κρατώ κοντινή απόσταση και επιτηρώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " surveil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "surveil" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "surveil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη