Μετάφραση του "suspended" σε Ελληνικά

Οι κρεμασμένος, με αναστολή, σε διαθεσιμότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "suspended" σε Ελληνικά.

suspended adjective verb

Caused to stop for a while; interrupted or delayed. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεμασμένος

    particle

    ανηρτημένος

  • με αναστολή

    A person subject to a suspended custodial sentence has been tried, convicted and sentenced.

    Ένα πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε στερητική της ελευθερίας ποινή με αναστολή έχει δικαστεί, κριθεί ένοχο και καταδικαστεί.

  • σε διαθεσιμότητα

  • τιμωρημένος

    Yeah, one's injured and the other suspended.

    Ναι, ο ένας τραυματίας κι ο άλλος τιμωρημένος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " suspended " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "suspended" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "suspended" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη