Μετάφραση του "suspendable" σε Ελληνικά
Το ανασταλτός είναι η μετάφραση του "suspendable" σε Ελληνικά.
suspendable
adjective
γραμματική
Capable of being suspended. [..]
-
ανασταλτός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " suspendable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "suspendable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναστολή εκτέλεσης ποινής · ποινή με ανσστολή
-
Τιράντες · ζαρτιέρα · τιράντα · τιράντες
-
ανακλητικός
-
τιράντα · τιράντες
-
κρεμασμένος · με αναστολή · σε διαθεσιμότητα · τιμωρημένος
-
πιατίνι
-
αναστέλλω · αποβάλλω
-
μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας · σε κατάσταση λαθροβίωσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη