Μετάφραση του "switch off" σε Ελληνικά

Οι σβήνω, κλείνω, αφαιρούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "switch off" σε Ελληνικά.

switch off verb γραμματική

(transitive) to turn a switch to the "off" position in order to stop or disable a device [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σβήνω

    verb

    turn switch to off position [..]

  • κλείνω

    verb

    To interrupt the operation of a machine by disconnecting it from its source of power.

    Uh, yes, I had to switch off during the meeting.

    Ναι, αναγκάστηκα να το κλείσω στην διάρκεια της συνάντησης.

  • αφαιρούμαι

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βγαίνω απ' την πρίζα
    • κάνω κτ εκ περιτροπής
    • απενεργοποιώ
    • διακόπτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " switch off " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "switch off" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "switch off" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη