Μετάφραση του "switch on" σε Ελληνικά

Οι ανάβω, ανοίγω, βάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "switch on" σε Ελληνικά.

switch on verb γραμματική

(transitive) to turn a switch to the "on" position in order to start or enable a device [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάβω

    verb

    to turn a switch to the "on" position

    And I got a switch where I can switch on the lights, on and off.

    Και πήρα κι έναν διακόπτη με τον οποίο μπορώ να ανάβω τα φώτα, να τα αναβοσβήνω.

  • ανοίγω

    verb

    The only thing that we can switch on and off is the ability to communicate with you.

    Το μόνο που μπορεί να ανοίξει και να κλείσει είναι η δυνατότητα επικοινωνίας.

  • βάζω

    verb

    Do not put heavy items on the bed when the blanket is switched on.

    Μη βάζετε βαριά αντικείμενα πάνω στο κρεβάτι όταν η κουβέρτα είναι αναμμένη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " switch on " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "switch on" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "switch on" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη