Μετάφραση του "temporize" σε Ελληνικά
Οι καιροσκοπώ, αναβάλλω, χρονοτριβώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "temporize" σε Ελληνικά.
temporize
Verb
verb
γραμματική
To deliberately act evasively or prolong a discussion in order to gain time or postpone a decision, sometimes in order to reach a compromise or simply to make a conversation more temperate. [..]
-
καιροσκοπώ
verb -
αναβάλλω
verb -
χρονοτριβώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " temporize " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "temporize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρονική ιδιότητα
-
καιροσκόπος
-
καιροσκοπία
-
χρονική οργάνωση · χρονικός σχεδιασμός
-
βραχύβιος · εφήμερος · κοσμικός · κροταφικός · παροδικός · προσωρινός · πρόσκαιρος · χρονικός · χρόνος
-
κροταφικό οστό
-
κροταφική φλέβα
-
Κροταφικός λοβός · κροταφικός λοβός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη