Μετάφραση του "tendency" σε Ελληνικά

Οι τάση, ροπή, κλίση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tendency" σε Ελληνικά.

tendency noun γραμματική

a likelihood of behaving in a particular way or going in a particular direction; a tending toward. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τάση

    noun feminine

    likelihood of behaving in a particular way

    I'm a little fragile, and I have a tendency to do some reckless things.

    Κι έχω την τάση να κάνω απερίσκεπτα πράγματα.

  • ροπή

    Noun feminine

    likelihood of behaving in a particular way

    Have those tendencies ever interfered with your job as a case officer?

    Αυτή η ροπή δημιούργησε ποτέ πρόβλημα στη δουλειά σου ως πράκτορα.

  • κλίση

    noun

    She's just a woman with pathologically low self-esteem, obsessive fixations, and a tendency toward grandiose delusions.

    Είναι μια γυναίκα με παθολογικά χαμηλή αυτοεκτίμηση, έμμονη συμπεριφορά, και κλίση σε μεγάλες αυταπάτες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προδιάθεση
    • επιρρέπεια
    • διάθεση
    • ορμέμφυτο
    • τάση, ροπή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tendency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tendency" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tendency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη