Μετάφραση του "tenderfoot" σε Ελληνικά

Οι πρωτάρης, αρχάριος, άπειρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tenderfoot" σε Ελληνικά.

tenderfoot noun γραμματική

A newcomer to the region in the old U.S. frontier days. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωτάρης

    That stall-fed tenderfoot got no business being in the race.

    Ο ηλίθιος πρωτάρης, δεν είχε καμιά δουλειά στον αγώνα.

  • αρχάριος

    noun

    That's a pretty fair day's work for a tenderfoot.

    Μια χαρά τα πήγες, για αρχάριος.

  • άπειρος

    noun

    I'm sorry, sheriff but I'm literally and figuratively a tenderfoot.

    Συγνώμη, σερίφη αλλά είμαι μεταφορικά και κυριολεκτικά, άπειρος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νεοφερμένος
    • βουτυρομπεμπές
    • βουτυρόπαιδο
    • νεόφυτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tenderfoot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tenderfoot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη