Μετάφραση του "theologic" σε Ελληνικά
Το θεολογικός είναι η μετάφραση του "theologic" σε Ελληνικά.
theologic
adjective
γραμματική
Of or pertaining to theology. [..]
-
θεολογικός
adjective masculineWe have no appointment as teachers from a theological seminary.
Δεν έχουμε διοριστεί ως δάσκαλοι από κάποια θεολογική σχολή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " theologic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "theologic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Θεολογικής Σχολής τών Νότιων Βαπτιστών
-
θεολογική αρετή
-
θεολογώ
-
Ν. Θεολόγου
-
Agathoergéō
-
θεολόγος
-
θεολογικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη