Μετάφραση του "theologiser" σε Ελληνικά
Το θεολόγος είναι η μετάφραση του "theologiser" σε Ελληνικά.
theologiser
noun
someone who is learned in theology or who speculates about theology
-
θεολόγος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " theologiser " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "theologiser" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θεολογώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη