Μετάφραση του "thickened" σε Ελληνικά
Οι αυξημένου πάχους, ενισχυμένα με εσωτερική επένδυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thickened" σε Ελληνικά.
thickened
adjective
verb
Simple past tense and past participle of thicken. [..]
-
αυξημένου πάχους
thickened trousers
παντελόνια αυξημένου πάχους
-
ενισχυμένα με εσωτερική επένδυση
thickened clothes
ρούχα με εσωτερική επένδυση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " thickened " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "thickened" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πύκνωση
-
αραιώνω · δένω, πήζω · παχαίνω · πυκνώνω · χοντραίνω
-
αραιώνω · δένω, πήζω · παχαίνω · πυκνώνω · χοντραίνω
-
πύκνωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη