Μετάφραση του "thicket" σε Ελληνικά

Οι λόχμη, δασύλλιο, δενδρώνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "thicket" σε Ελληνικά.

thicket noun γραμματική

A dense, but generally small, growth of shrubs, bushes or small trees; a copse. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόχμη

    noun neuter

    Horses are in the thicket.

    Τα άλογα είναι στη λόχμη.

  • δασύλλιο

    noun

    You herd all the burros in that thicket there

    Οδήγησε όλα τα γαϊδούρια σ ' εκείνο το δασύλλιο

  • δενδρώνας

    noun
  • συστάδα δέντρων

    noun

    It's like a grove or a thicket.

    Σαν άλσος ή συστάδα δέντρων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " thicket " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "thicket"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "thicket" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη